Κρήτη
Μαίρη Φραγκάκη: Κρητικιά ξενοδόχος στην Ρουάντα!
Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, λένε, θα βρεις από κάτω έναν Έλληνα και πολύ συχνά Κρητικό. Πράγματι, το ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο έχει κατακτήσει με επιτυχία, ως φαίνεται, τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη.
Η Κρητικιά Μαίρη Φραγκάκη-Λακάκη, από την τροπική Ρουάντα της Αφρικής όπου βρίσκεται, περιέγραψε στα «ΝΕΑ» πώς την έβγαλε το πλοίο της ζωής της σε ξένες ακτές και πώς είναι να προσφέρεις ελληνική φιλοξενία σε μέρη τόσο μακρινά και διαφορετικά από την Ελλάδα.
Λόγω αδελφού
Για τη Μαίρη με καταγωγή από τους Σταμνούς Δήμου Χερσονήσου του Νομού Ηρακλείου, όλα ξεκίνησαν από τον αδελφό της Κώστα.
Οι σπουδές του στις Βρυξέλλες και κάποιοι Έλληνες έμποροι από την Πόλη τον τράβηξαν ως την αιματοβαμμένη Ρουάντα όπου δούλεψε για την εισαγωγική εταιρεία τους, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν η αφρικανική χώρα ακόμα συνερχόταν από έναν εμφύλιο με χιλιάδες θύματα και βαθιές πληγές.
Δέκα χρόνια μετά, μια άλλη κρίση σιγόβραζε στην Αθήνα και η Μαίρη άρχιζε να διαισθάνεται τα δύσκολα.
Το 2009 αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα, να αφήσει πίσω της στο Παγκράτι τους δύο γιους της με τις οικογένειές τους για να περάσει 15 ημέρες με τον αδελφό της στη Ρουάντα. «Ένιωσα αμέσως ασφάλεια εδώ. Κυκλοφορείς χωρίς να φοβάσαι.
Ο κόσμος είναι φιλικός και οι δρόμοι πεντακάθαροι» εξηγεί συγκρίνοντας την εμπειρία με αυτήν της Αθήνας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.
ΞενοδόχοςΤην πτήση των 13 ωρών θα την επαναλάβανε τελικά τρία χρόνια μετά, όταν της ζητήθηκε να βοηθήσει στην εισαγωγική που στο μεταξύ είχε περάσει στην ιδιοκτησία της οικογένειας και να αναλάβει το ξενοδοχείο που τους νοίκιασε ένας Έλληνας στην Κιμιχουρούρα, στο Κιγκάλι την πρωτεύουσα της Ρουάντα.
Έκτοτε, εργάζεται 12 ώρες τη μέρα, στον ελεύθερό της χρόνο επισκέπτεται τις τεράστιες λίμνες και τις νύχτες θαυμάζει από τη βεράντα της τους χίλιους λόφους.
Λόγω των αυστηρών περιορισμών της πανδημίας, η ταβέρνα της επιχείρησης «Greek Taverna» έμεινε καιρό κλειστή, ενώ το δημοφιλές ξενοδοχείο «Hotel Hellenic» λειτουργεί αλλά με ελάχιστους πελάτες, κυρίως Γάλλους, Ελβετούς, Αιγύπτιους, Σουδανούς και λίγους ντόπιους.
Οι 22 υπάλληλοί της είναι όλοι τους αυτόχθονες αφού διά νόμου απαγορεύεται να δώσεις δουλειά σε ξένο και να αφήσεις άνεργο έναν ντόπιο.
Οι ντόπιοι, με τους οποίους διατηρεί άριστες σχέσεις, την αποκαλούν χαριτωμένα «μουζούνγκου», όπως όλους τους λευκούς, ενώ συχνά τη ρωτούν αν στη χώρα της οι άνθρωποι είναι ρατσιστές. Με την πατρίδα κρατά επαφή μέσω του ελληνικού ραδιοφώνου, ενώ φροντίζει δύο φορές τον χρόνο να επιστρέφει. Κάνοντας τον απολογισμό της, η ίδια καταλήγει: «Έχω ένα πολύ καλό επίπεδο ζωής. Αν είχα και την οικογένειά μου μαζί, δεν θα μου έλειπε τίποτα».