Νότια Κρήτη
Σκέφτηκα πως θα ήταν να ήμουν πρόσφυγας…
Πολλές φορές βλέπουμε να διατυπώνονται απόψεις δημοσίως στο face book τις οποίες άλλοτε προσπερνάμε κι άλλοτε κάνουμε like χωρίς να μπούμε καν στο κόπο να τις διαβάσουμε. Ωστόσο αυτό που διάβασα σήμερα στο “τοίχο” της φίλης Μαρίας Παπαδάκη δεν θα μπορούσα να το προσπεράσω καθώς διέκρινα πολύ συναίσθημα και αποφάσισα απλά , ότι αξίζει το κόπο να σας το μεταφέρω :
“Όταν με πήγε έμενα η δική μου μάνα πρώτη μέρα στο σχολείο θυμάμαι πόσο τραυματικά βίωσα όλη αυτήν την αλλαγή ξαφνικά στη ζωή μου. Δεν θα ξεχάσω πoτέ πως την κοιτούσα καθώς έφευγε κι απομακρυνόταν στον ορίζοντα και νόμιζα ότι χανότανε πέρα ως πέρα και για πάντα. Θυμάμαι επίσης με πόση προσπάθεια συγκρατούσα τα δάκρυά μου από τα να φανούν σε εκείνη αλλά και στους άλλους, συμμαθητές και δασκάλους. Μια φορά δεν είχα καταφέρει να τα κρύψω καλά και με ρώτησε ένας δάσκαλος “αν έπαθα τίποτα” κι απλά απέφυγα τις περαιτέρω διευκρινίσεις με ένα ξερό “όχι”. Θυμάμαι έπειτα που πάλι είχα “σπάσει” και η μάνα με ρώτησε στο σπίτι όταν γύρισα αν κλαίω κάθε φορά που φεύγει. Και σε εκείνη πάλι “όχι” είπα. Όσο κι αν περνάνε τα χρόνια δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή τη βίαιη μετάβαση από το οικογενειακό στο σχολικό περιβάλλον, χωρίς ίχνος κάποιας περιόδου προσαρμογής.
Σήμερα πια, σκέφτηκα πάλι εκείνες τις κλαψιάρικες ημέρες.
Σκέφτηκα πως υπάρχουν και χειρότερα.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μην είχα καν μάνα τότε.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μην είχα καν γονείς.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μην είχα πατρίδα.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μην ήξερα ελληνικά.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να με δείχνουν με το δάχτυλο.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να με λένε μολυσμένο κι άρρωστο.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μη με θέλανε σε εκείνο το σχολείο.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να μη με θέλανε μαμάδες και μπαμπάδες σε κανένα σχολείο.
Σκέφτηκα πως θα ήταν να ήμουν πρόσφυγας.
Καληνύχτα.”