Lifestyle

17 χρόνια χωρίς τον αξεπέραστο Στέλιο Καζατζίδη (βίντεο)

17 χρόνια χωρίς τον αξεπέραστο Στέλιο Καζατζίδη (βίντεο)

Ο Τραγουδιστής που εξέφραζε όσο κανείς άλλος τον λαό, για αυτό και τον τιμούν τόσες γενιές Ελλήνων

A-
A+
14/09/2018 | 11:02

Δεν ήταν τόσο τα “μεράκια” και οι “καημοί” του απλού κόσμου που τραγούδησε, όσο η πίστη που ανάβλυζε από την ερμηνεία του, ότι οι άνθρωποι του μόχθου, είναι εκείνοι που έχουν την δύναμη να αλλάξουν τα πράγματα.

“Επίσημα”, δυστυχώς για μια ακόμη φορά, ένας “ξεχασμένος”, αλλά “ανεπίσημα”, όλα όσα ήταν φτερουγίζουν ακόμα στις λαϊκές γειτονιές.

Κάθε “υμνοποίησή” του, όπως και η “αγιοποίηση” κάθε “παλιού” είναι άγονη, ενώ εξίσου άγονο είναι και το “πείραγμα” των τραγουδιών που ερμήνευσε, έξω από το ιστορικοκοινωνικό και μουσικό πλαίσιο που επέτρεψε να γεννηθούν.

Η μόνη και μεγαλύτερη τιμή που του αξίζει είναι το διαλεκτικό ξεπέρασμα, αυτών των ερμηνειών, στη αέναη πορεία του λαϊκού τραγουδιού, με νέες δημιουργίες, με νέα ακούσματα, που να αφομοιώνουν τα όσα προσέφερε και αυτός και οι άλλοι μεγάλοι λαϊκοί βάρδοι και ταυτόχρονα να τον ξεπερνούν, αντανακλώντας, ως έργα τέχνης, την κοινωνική συνείδηση της εποχής μας και πριν απ’ όλα και πάντα των ανθρώπων του μόχθου που στη δική του εποχή, βρήκαν απαντοχή σε ορισμένα από τα διαμάντια που τραγούδησε ο Στέλιος και τα οποία δεν πρέπει να ξεχαστούν γιατί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου και αυτού του λαού.

Ήταν ο άνθρωπος που έκανε τα ελληνικά διαβατήρια, όπου γης, να τραγουδούν. Η φωνή του “μύριζε” βασιλικό κι ασβέστη, όπως οι αυλές των φτωχόσπιτων στις λαϊκές γειτονιές, στον λυγμό του τρεμόπαιζε εκείνο το βουβό -και γι’ αυτό αβάσταχτο- δάκρυ που κυλούσε, καμιά φορά, στα μάτια του λαού, που το μόνο που έκανε στη ζωή του ήταν υπομονή…

Ο Στέλιος Καζαντζίδης η μεγαλύτερη και αυθεντικότερη ίσως λαϊκή φωνή που γνώρισε αυτός ο τόπος, γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1931 στη Νέα Ιωνία. Γιος του Χαράλαμπου Καζαντζίδη, ενός χτίστη στο επάγγελμα, ποντιακής καταγωγής, και της Γεθσημανής μιας προσφυγοπούλας από τα μέρη της Τουρκίας. Ο πατέρας του ήταν ενεργό μέλος της Εθνικής Τροφοδότησης Ανταρτών (ΕΤΑ) και του ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης. Λίγο μετά τη γερμανική κατοχή, ο πατέρας του αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Μπέλλες και αργότερα στο Κιλκίς. Λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων αλλά και της δράσης του την περίοδο της κατοχής, η οικογένεια υπέστη άγριο κυνηγητό ενώ μετά από πολλές περιπλανήσεις επέστρεψε το 1945 στη Ν. Ιωνία.

Τη χρονιά αυτή ο πατέρας του Στέλιου, Χαράλαμπος, φεύγει από τη ζωή και όλα αλλάζουν. Ο 13χρονος Στέλιος αναγκάζετε να κάνει πολλές και σκληρές δουλειές για να εξασφαλίσει το μεροκάματο και να ενισχύσει τη μητέρα του και τον μικρό του αδελφό, Στάθη. Δουλεύει σε εργοστάσια, υφαντουργεία, ως αχθοφόρος, ως καστανάς, ωςοικοδόμος, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Η εφηβεία του σίγουρα δεν ήταν «ονειρεμένη».

Η μεγάλη αλλαγή στην ζωή του ξεκίνησε περίπου το 1950, όταν εργαζόταν ως εργάτης σε ένα εργοστάσιο στον Περισσό. Το αφεντικό του τον άκουσε να τραγουδά την ώρα της δουλειάς, μαγεύτηκε από τη φωνή του και του χάρισε μια κιθάρα. Από εκείνη τη μέρα και μετά, η κιθάρα έγινε «προέκταση» των χεριών του δεν την άφηνε σχεδόν ποτέ και πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης. Η ενασχόληση του με τη μουσική και το τραγούδι οδήγησαν ένα γείτονα του ταβερνιάρη, στην απόφαση να τον προσλάβει για να τραγουδάει στην ταβέρνα με αμοιβή ένα πιάτο φαΐ. .

Οι επαγγελματικές εμφανίσεις του σε ταβέρνες και οι φωνητικές του ικανότητες, είχαν αρχίσει να δημιουργούν αίσθηση στους μουσικούς κύκλους. Έτσι το 1952 ο Στέλιος κάνει το δισκογραφικό του ντεμπούτο με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο «Για μπάνιο πάω». Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Υπήρχε όμως κάποιος που πίστευε πολύ στις δυνατότητες της φωνής του Καζαντζίδη και αυτός δεν ήταν άλλος από τον συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου. Το τραγούδι του «Οι βαλίτσες» γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και η άνοδος του Καζαντζίδη ήταν συνεχής και εντυπωσιακή. Εμφανίζεται στα πλέον γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής, πολλοί συνθέτες του γράφουν τραγούδια, ενώ είναι ξεκάθαρη η έφεση του στα τραγούδια του πόνου. Για περίπου τρία χρόνια ο Καζαντζίδης γνωρίζει τεράστια επιτυχία τόσο δισκογραφική όσο και στα μαγαζιά που εμφανιζόταν. Την τριετία 1953-1956, τον συνοδεύουν στους δίσκους και στα κέντρα, η Ρένα Στάμου, η Βιολέτα, η Μαίρη Γρίλλη και η Καίτη Γκρέυ μία από τις γυναίκες της ζωής του.

Η γνωριμία τους, η συνεργασία τους και ο αρραβώνας τους απέφεραν ένα μεγάλο σουξέ της εποχής, το «Απόψε Φίλα με» του Μανώλη Χιώτη, ένα ντουέτο των δυο τους που άφησε εποχή στην ελληνική μουσική και σηματοδότησε τον χωρισμό τους.

Η περίοδος από το 1957 έως το 1965, αποτελεί μία από τις πιο παραγωγικές περιόδους στη ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη. Γνωρίζεται με τη Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη και σμίγουν τόσο στη ζωή όσο και στο τραγούδι, (παντρεύτηκαν τον Μάιο του 1964 χώρισαν το 1966) συνθέτοντας ένα από τα σημαντικότερα δίδυμα της ελληνικής μουσικής. Την περίοδο αυτή συνεργάστηκαν και έκαναν μεγάλες επιτυχίες με κορυφαίους συνθέτες (Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Καλδάρας, Χιώτης, Θεοδωράκης, Λοϊζος, Χατζιδάκης, Ξαρχάκος, Λεοντής και άλλους), ενώ εμφανίστηκαν με τεράστια επιτυχία στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα της εποχής.

Το 1959 ο Καζαντζίδης βρίσκεται στα δικαστήρια με τη δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με αφορμή τις, μεγάλου μεγέθους, πωλήσεις του τραγουδιού «Μαντουμπάλα» πωλήσεις ρεκόρ, που την εποχή εκείνη αγγίξανε τις 100.000. Στην άλλη όψη του ίδιου δίσκου, περιλαμβάνεται το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη. Παρά τις χωρίς προηγούμενο πωλήσεις και τη στιγμή που η εταιρεία έβγαζε εκατομμύρια από το συγκεκριμένο δισκάκι, ο ίδιος ο τραγουδιστής πήρε λιγότερες από 1000 δραχμές. Αυτό συνέβη καθώς οι τραγουδιστές τότε πληρώνονταν ένα εφάπαξ ποσό για τον κάθε δίσκο και δεν λάμβαναν ποσοστά από τις πωλήσεις. Ο Καζαντζίδης δικαιώνεται και ανοίγει τον δρόμο για τους υπόλοιπους τραγουδιστές, αφού πρώτος αυτός διεκδίκησε για τον κλάδο του ποσοστά και η προσπάθεια του είχε θετικό αποτέλεσμα.

Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δε θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα. Χαρακτηριστικά η Μαρινέλλα αναφέρει πως μόνον στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών.

Το 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί για περίπου 2 χρόνια από τη δισκογραφία. Τότε είναι που κάνει και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία, την “STANDAR” αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας δεν τον αφήνουν. Την ίδια μοίρα είχαν και οι όποιες άλλες επιχειρηματικές κινήσεις, όπως η εκτροφή βατράχων, το ούζο «Υπάρχω» που κυκλοφόρησε αργότερα κτλ.

Το 1973 δισκογραφεί με τον Άκη Πάνου τον δίσκο «Η ζωή μου όλη», το ομώνυμο τραγούδι εκτός από τεράστια επιτυχία, αποτέλεσε και το αγαπημένο του τραγούδι, όπως ο ίδιος ο Καζαντζίδης δήλωσε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία το 1982, «Η Ζωή μου όλη, του Άκη Πάνου, με εκφράζει όσο κανένα άλλο. Είναι ένα πολύ μεγάλο τραγούδι και ένα από τα καλύτερα κοστούμια μου». Στα τέλη του 1975 έρχεται ο δίσκος «Υπάρχω» σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους του Πυθαγόρα, μια δουλειά, που αποτέλεσε και τη δουλειά αποχώρησης του Στέλιου από τη δισκογραφία για δώδεκα χρόνια.

Το 1987 ο Στέλιος Καζαντζίδης επιστρέφει στη δισκογραφία με τον δίσκο (τον τελευταίο στη MINOS) «Ο δρόμος της επιστροφής». Ακολουθεί ο δίσκος «Ελεύθερος» στην Polygram. Οι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων.

Ο δεύτερος και τελευταίος γάμος του Στέλιου ήταν με τη Βάσω Κολοβού, τον Απρίλιο του 1982, η οποία στάθηκε πλάι του μέχρι το τέλος της ζωής του. Μεγάλη αδυναμία του Στέλιου Καζαντζίδη αποτελούσαν η θάλασσα και το ψάρεμα. Καημός του ήταν να αποκτήσει μια δικιά του βάρκα και το κατόρθωσε.

Αδυναμία όμως είχε και στη μητέρα του, την κυρία Γεθσημανή, η οποία είχε σαν τελευταία επιθυμία της να βάλει ο Στέλιος τη φωτογραφία της στον δίσκο του. Η επιθυμία της εκπληρώθηκε και ο δίσκος «Ελεύθερος» αφιερώθηκε σε εκείνη. Το τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (με καρκινώματα στον εγκέφαλο) είναι το «Έρχονται χρόνια δύσκολα» και τον δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του.

Ο τεράστιος αυτός καλλιτέχνης, ο άνθρωπος που για πενήντα χρόνια διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στο ελληνικό μουσικό στερέωμα, που από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως η «φωνή της Ελλάδας» έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον καρκίνο στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001.

Θα κλείσουμε αυτό το σύντομο σημείωμα με την αφήγηση της στιχουργού Σώτιας Τσώτου”

«Εγώ δεν έχω υπηρετήσει ιδιαίτερα αυτό που λέμε λαϊκό τραγούδι. Δεν μ’ άρεσε ούτε ως φωνή ο Καζαντζίδης, ούτε και ότι έλεγε… Την εποχή που μεσουρανούσε εγώ ήμουνα μαθήτρια της Ελληνογαλλικής Σχολής Καλογραιών και μεγάλωνα με Αζναβούρ. Αυτό δε με εμπόδισε να υπογράψω ένα μνημόνιο για την αποδέσμευση του από τη “Μinos”, αφού πίστευα ότι ήταν δίκαιο… Αυτή ήταν η μόνη μου σχέση μαζί του, οταν ο συγχωρεμένος ο Ανδρέας Καϊάφας ιδιοκτήτης τότε της εταιρείας που θα έβγαζε το δίσκο μου ζητάει να γράψω στίχους γι’ αυτόν.

Μου λένε να γνωρίσω τον Καζαντζίδη για να διαμορφώσω η ίδια γνώμη. Πάω με τη μικρή μου κόρη στο στούντιο και εκεί που ομολογουμένως περίμενα να βρώ ένα λαϊκό τύπο βαρύ και ενδεχομένως πότη διαφόρων ουσιών συναντάω έναν ευγενέστατο κύριο που σηκώνεται και δεν κάθεται παρά μόνο όταν καθόμαστε εμείς. Συμβουλεύει την κόρη μου – μην καπνίζεις μικρή μου – μιλάει πολύ καλά ελληνικά και είναι ευφυής. Μπαίνει μέσα και λέει τα Καπέλα και χωρίς μικρόφωνο το Αμάν… Εκείνη την στιγμή αντιλήφθηκα γιατί τόσες γενιές Ελλήνων τον έχουν σαν Θεό τους…

“Χρειάστηκε να διανύσω μισό αιώνα για να μπορέσω να καταλάβω τον Στέλιο Καζαντζίδη και τα τραγούδια του. Χρειάστηκε να καώ μέσα στους απλούς καθημερινούς πόνους της επιβίωσης, της λαχτάρας για εκείνους που αγαπώ, της βαθιάς ανησυχίας και πίκρας για όσα γίνονται γύρω μας για να μπορέσω να γράψω με το χέρι στην καρδιά και όχι από εμπορική σκοπιμότητα, στίχους για τον Στέλιο και τα εννιά εκατομμύρια οχτακόσιες χιλιάδες Έλληνες που του μοιάζουν, που μου μοιάζουν, που μας μοιάζουν. Για τους διακόσιους χιλιάδες που υπολείπονται, που ευημερούν και λυμαίνονται αυτή τη χώρα, αδιαφορώ όπως και εκείνος. Τίποτε άλλο».