Νότια Κρήτη
«Εις μνήμην» ενός παλιού Καφετζή
Το καφενείο -με τα σφαλιστά πλέον πορτοπαράθυρα- ήταν περισσότερο σαν φιλόξενο κρητικό σπίτι
Του Στέλιου Ζωγραφάκη
Στην κεντρική πλατεία του χωριού Πλάτανος Δήμου Γόρτυνας με την εκκλησία του Αη Γιώργη και τους φοίνικες, το Καφενείο του Γιώργου και της Αριστέας Χαριστάκη είναι εδώ και πολλά χρόνια κλειστό, καθώς η αναχώρηση εκείνου από τη ζωή, σηματοδότησε το «τέλος εποχής».
Το καφενείο -με τα σφαλιστά πλέον πορτοπαράθυρα- ήταν περισσότερο σαν φιλόξενο κρητικό σπίτι όπου η νοικοκυρά ετοιμάζει γερά-γερά «μια τηγανιά πατάτες» για να συνοδέψουν τη ρακή των «μουσαφίρηδων», παρά ένα κατάστημα που στόχευε την… τσέπη του πελάτη. Ο αείμνηστος Γιώργος Χαριστάκης καθόταν σε κάποιο τραπέζι πελατών ενώ κατά διαστήματα σηκωνόταν για να συνδράμει τη σύζυγο του που όποτε έβγαινε έξω για να φέρει ένα ακόμα πιατάκι με κάποιο μεζέ, ακουμπούσε τρυφερά την πλάτη του συζύγου της ή τον χάιδευε στο μέτωπο. Αυτό το αυθόρμητο και καθόλου επιτηδευμένο «ξεχείλισμα» αγάπης και τρυφερότητας που είχαμε προσέξει στις στάσεις που κάναμε κατά καιρούς στο καφενείο του ζευγαριού, μας είχε δώσει στο παρελθόν έναυσμα να τους ζητήσουμε να μοιραστούν μαζί μας την ιστορία της ζωής τους.
Όπως μας είχε αφηγηθεί τότε ο Γιώργος Χαριστάκης
«Το 50 παντρευτήκαμε… Μια γειτονιά ήμασταν… Αυτή ήταν 18 χρονών και μένα μου άρεσε… Η μάνα της, επειδή ήτανε στην ίδια γειτονιά με τη μάνα μου, εσμίξανε να κάμουνε τα τσουρεκάκια για το Πάσχα αφού ήτανε Μεγαλοβδομάδα. Χωρίς να της έχω ξαναπεί εγώ κουβέντα της κοπελιάς, χωρίς να χουμε σχέση καμία, λέω στη μάνα μου «Να πεις στη μάνα της για την Αριστέα, και μετά θα της το πω εγώ, κανόνισε γιατί αν δεν της το πεις και γω δεν ξέρω τι θα κάνω…». Πήγα εγώ εδώ στην πλατεία, και με θωρεί μια συγγενής της Αριστέας και μου λέει «Γιώργη θέλω να σου πω» και σκέφτομαι «να δεις που θα μου πει γι αυτό…». Πραγματικά χωρίς να ξέρει ότι εγώ θέλω την Αριστέα μου μίλησε γι αυτήν, ότι θα μπορούσα να την πάρω για γυναίκα μου…
Και τρέχω γερά-γερά και φωνάζω της Μάνας μου «έλα να σου πω. Μη πεις κουβέντα, μα… είπανε μου το!». Και μετά συναντηθήκαμε οικογενειακά και αρραβωνιαστήκαμε… Ήταν ορφανή από πατέρα Είχε δύο αδερφές κι ένα αδερφό. Εγώ ήμουνα 33 χρονών και η μάνα της με είδε κάπως σαν «προστάτη» της οικογένειας…. Ο πεθερός μου είχε πεθάνει από πνευμονία το 43, καθώς επέστρεψε καταπονημένος από την Αλβανία έχοντας πάρει κρύο και στραπάτσο. Η πεθερά μου έμεινε νέα χήρα με 4 παιδιά μικιά-μικιά. Τους στήριξα και το αναγνωρίζουνε…
Το 53 ανοίξαμε το Καφενείο. Ξενυχτούσαμε, δουλέψαμε σκληρά… Ολυνύχτα εξενυχτούσα στο Καφενείο και το πρωί να χω δουλειές. Είχαμε βέβαια εργάτες που βοηθούσανε αλλά υπήρχανε πάντα ένα σωρό δουλειές που έπρεπε να γίνουνε…
Έκαμα και πρόεδρος και στην Κοινότητα αλλά και στο Συνεταιρισμό. Η Αριστέα δούλεψε σαν άντρας σε όλες τις δουλειές χωρίς να διαμαρτύρεται….
Το ζευγάρι μπορεί να μην απέκτησε δικά του παιδιά ωστόσο στάθηκαν σαν γονείς για τα αδέρφια κι ανίψια…
Όταν τους είχαμε ρωτήσει για το «μυστικό» μιας ταιριαστής συζυγικής ζωής, μας είχαν πει: «Μη γελιόμαστε, άνθρωποι είμαστε, μια μέρα θα είσαι μανισμένος, θα έχεις τις στενοχώριες σου… Ωστόσο είναι σημαντικό για τον άλλο να σε καταλαβαίνει. Θα λέγαμε ότι είναι το πιο σημαντικό πράγμα για ένα ζευγάρι…. Εμείς ούτε μία ώρα δεν εκάμαμε μαλωμένοι….».
