Νότια Κρήτη

«Φαγοπότι χωρίς τέλος» για τον Ξανθόπουλο, στις Καμάρες!

«Φαγοπότι χωρίς τέλος» για τον Ξανθόπουλο, στις Καμάρες!

A-
A+
04/02/2021 | 14:52

«Το παιδί του λαού» Νίκος Ξανθόπουλος στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει πολλές σελίδες στη νότια Κρήτη και στους ανθρώπους της. Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα όπου αναφέρεται στα ατελείωτα «τραπεζώματα» που του έκαναν οι Κρητικοί, όπου οι παρέες… έτρωγαν χωρίς σταματημό.

Όπως γράφει, ο Ν. Ξανθόπουλος: «Στο Τυμπάκι, μου λέει μια μέρα ο Αυγενάκης, “Σου χω πει μωρέ, να πάμε στο χωριό μου” – ήταν από τις Καμάρες –“σε περιμένουν πώς και πώς, μου πες θα ΄ρθεις”. “Θα έρθω”,  του λέω. Ορίσαμε και τη μέρα. Είχα ραντεβού με τον λιμενάρχη στην Αγία Γαλήνη, αλλά ήταν για το βράδυ. Σηκώθηκα λοιπόν και πήγα με τον Αυγενάκη στις Καμάρες. Το τσιμπούσι έγινε στου Κοκκινομπέτη, που είχε κάνει στη Γερμανία, στο Λουντβιχσχάφεν, και με θυμόταν από ΄κει. Αρχίσαμε τη ρακή με τα αμύγδαλα, μια παρέα επτά-οκτώ άντρες. Περάσαμε στην αίγα τη βραστή, στις σκωταριές. Κάθε πράγμα που ερχότανε, εγώ νόμιζα ότι αυτό ήτανε το τελευταίο κι έτρωγα με όρεξη, μετά όμως ερχόταν άλλο, στο τέλος καπάκι ήρθε το ψητό κι ο Αυγενάκης άρπαζε κάτι κομμάτες, μπούτια ολόκληρα, και τα βαζε μπροστά μου, “Φάε, μωρέ, που κώλωσες”, κόντευα να σκάσω. Φάγαμε τον περίδρομο…».

Φαγοπότι… μέρος 2ον

«Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, μου λέει:

“Αυτό ήτανε για τους φίλους, να σε δουν, τώρα θα πάμε στου πατέρα μου”.

“Τι να κάνουμε στου πατέρα σου;”.

“Να φάμε”.

“Καλά, τόση ώρα εδώ, τι κάναμε;’.

“Βρε, ο πατέρας έχει τις ετοιμασίες. Έλα”, και με τραβάει.

Εγώ είχα λύσει και τη ζώνη μου να φανταστείς. Στου πατέρα του άρχισε το έργο από την αρχή, εδώ είχε και επίκαιρα, γιατί με τη ρακή βγάλανε και χίλια δυο πράγματα. Δεν γίνεται να μη φας. Στοίβα μπροστά μου βραστό και πιλάφια, εκείνα τα ονειρεμένα γαμοπίλαφα και ψητά και του πουλιού το γάλα. Ήρθα και στανιάρισα. Τώρα, λέω, παλεύω και με το χάρο αν χρειαστεί, έτσι δυνατός ένιωθα και τσιτωμένος. Σηκωθήκαμε τρεκλίζοντας και τραγουδώντας».

 Φαγοπότι… μέρος 3ον

  «Λίγο πιο κάτω είχε μια βρύση.

“Έλα να πιεις λίγο νερό να χωνέψεις”, μου λέει.

“Γιάντα να χωνέψω, καλά είμαι”.

Αμ δεν ήμουν. Γιατί πήγαμε και σε τρίτο σπίτι, στο σπίτι του κουνιάδου του.

“Έχουν ετοιμασίες οι άνθρωποι, πρέπει να πάμε, προσβολή”.

“Γιατί δεν μου το ΄λεγες μωρέ, να κάνω κράτει τουλάχιστον; Έχουμε φάει για μια βδομάδα”.

“Πως κάνεις έτσι μωρέ; Τι άντρας είσαι εσύ, φαΐ είναι”.

Φαΐ ήταν, και ωραίο μάλιστα, αλλά πώς να το φέρεις βόλτα; Και να ΄χεις και τη νοικοκυρά να σε σπρώχνει:

“Μα φάτε, γιατί δεν τρώτε, εμείς για σας τα φτιάξαμε”».

 Φαγοπότι μέρος 4ον 

«Όταν φύγαμε κόντευε πια να νυχτώσει. Με πήρε με το αγροτικό του ο Βολοσυράκης να με κατεβάσει.

“Όχι, δεν θα πάμε στο Τυμπάκι, στην Αγία Γαλήνη θα με πας”, του λέω.

“Τι θα κάνεις στην Αγία Γαλήνη;”.

“Μ΄ έχει καλεσμένο ο λιμενάρχης για φαϊ”.

Γύρισε και με κοίταξε απορημένος.

“Ε, μωρέ διάολε, έγινες Κρητικός μου φαίνεται”».