Νότια Κρήτη
Με την κυρά Ζαμπιό σ΄ τσοι χοχλιούς!
Ε΄, Κι οθέ που τόβαλες κερά Ζαμπιό , τέθεια ώρα κι είσαι ετσά λογιό τουλουπιασμένη;
-Θα πάω θέλει ίσαμε τη Πέρα Μεριά ν΄ανάψω ένα κερί πούνε ταχιά σκόλη τση Πεντηκοστής , να μαζώξω και κιαμιά τσικαλιά χοχλιούς απού δεν έχομε ήντα να ψήσομε.
Κι έβαλα και το πανοφόρι μου να μη κριγιώσω κι οψές την άλλη εσηκώθηκα από το κρεβάτι. Μονο ανέ θες άντε και η απατή σου –και ξαργότου επέρασα- να μην είμαι αμοναχή μου.
-Μανά μου και τρωζάθηκες! Ντα ακούει σου μπρε γριά γυναίκα να βγεις κιονά το ρίζωμα, απού ΄ναι κακόβολα να τσουρίσεις κι από ποθές , να μισερωθείς και του λόγου σου σα την Κουτσοστελιανή;
-Ντα ήντα παθε μα το θεό σου;
-Επήρε κι αυτή το δρόμο αμοναχή τση μια αργαντινή –καλή ώρα σαν του λόγου σου εδά- να πάει λέει σ΄τσοι χοχλιούς – η καλή ώρα την είχενε τσιτωμένη- κι όταν εγιάερνε επαραπάτησε φαίνεται εκειά ποθές στο ρίζωμα και τσουρά ένας κακοτρόχαλος και την επλάκωσε.
– Μα το σταυρό σου , μπρέ;
-Άκου ΄ήντα σου λέω. Κσι δεν κατέω πόση ώρα- επολέμα να σηκωθεί, μα μουδε να ξεσύρει δεν εμπόργιενε.
Εντάκαρε κι αυτή τσοι φωνές , μα διάολε που την άκουσε κιανείς. Κι έμεινε εκειά πλακωμένη ούλη τη νύχτα. Κι α δεν επέρνα το βουσκαρουδάκι του Καλλεργομανώλη τα ξημερώματα από κειά να τηνε δει να τηνε ξεπλακώσει και να πα να φέρει το μπεγίρι να τηνε φορτώσει να τηνε πάει σπίτι τση , ακόμα θάτανε εκειδά. ..Γροικάς τα.
Κι έσπασε και τον πόδα τση κι εφύγανε τσοι και οι χοχλιοί. Μόνο ανέ θές άντε να πάμε σο το Ξερόκαμπο να μαζώξω κι εγώ μια τηγανιά να τσοι κάμω μπουμπουριστούς κι ελαχτάρισα τσοι .
Γιατί εγώ να κατές που σου το λέω , δεν βαστούνε τα πόδια μου εκειά πάνω.
-Ο, και δε , άμε αμοναχή σου .
-Ντα αφού ναι ετσά λογιό , πάμε . Μονο κράθιε το φενέρι σου για θα μασε σβύσει ο λύχνος. Οθε κειά φυσά .