Νότια Κρήτη
Ο βοσκός, ο Πόνος, ο Ρίγος και ο Χάρος
Αφηγείται (σε μικρή παραλλαγή) ο Διονύσης Φραγκιαδάκης
Μια φορά κι έναν καιρό συμπερπατούσανε ο Ρίγος, ο Πόνος και ο Χάρος. Εκεί που βαδίζανε στο βουνό βλέπουν ένα βοσκό κι εβάστα ένα αρνί καλοθρεμένο πάνω στους ώμους του. Πεινασμένοι καθώς ήταν εσκεφτήκανε πως να του το φάνε . Ο Πόνος πρώτος-πρώτος λέει! «Εγώ θα πάω, μα δεν πιστεύω να μου το αρνηθεί ούτε στιγμή». Πάει λοιπόν και λέει του βοσκού: «Ει κουμπάρε, να μου δώσεις το αρνί σου, γιατί πεινούμε και θέλω να το φάμε με τους φίλους μου». Ο βοσκός του λέει:
«Ευχαρίστως, κουμπάρε μου, μα πρέπει πρώτα να μου το πληρώσεις όσο κάνει κι ύστερα χαλάλι σου». «Όι δα, κουμπάρε», του λέει ο Πόνος, «θα μου το δώσεις χωρίς λεφτά, γιατί ξέρεις ποιος είμαι;» Λέει του: «Εγώ ‘μαι ο Πόνος». «Με το καλό, κουμπάρε μου, μα δε σου το δίνω». Αρχινά τότε λοιπόν ο Πόνος.
Κι από τους πολλούς τους πόνους αρχίνιζε κι εχτύπα την κεφαλή του χάμω. Ο Πόνος εφοβήθηκε και τονε παρέτησε. Τρέχει και πάει και βρίσκει και τς’ άλλους και τους λέει το πάθημα της. Τότε ο Ρήγος λέει: «Εγώ θα πάω και θα δείτε πως θα μου το δώσει». Πάει λοιπόν τονε αλλά πάλι τα ίδια . Τότε τον επιάνει ο Ρήγος και αυτός καθώς τρεμε, έτρεμε, στην απελπισία του πέφτει σ’ ένα ποταμό. Ο Ρίγος εφοβήθηκε και τον παρατά μην τον πνίξει. Πάει στη συντροφιά του και τους λέει: «Δεν εμπόρεσα να κάνω πράμα, γιατί ανάθεμα τον έπεσε μέσα στον ποταμό κι εφοβήθηκα πως ήθελε να με πνίξει».
Σαν είδανε πως δεν εκάνανε τίποτα ,λέει ο Χάρος , εγώ θα πάω και θα το πάρω θέλει δεν θέλει.
Πάει ο Χάρος και του λέει: «Κουμπάρε, τ’ αρνί θα μου δώσεις κι αμέσως μάλιστα γιατί βιάζομαι, θέλω να κάμω τραπέζι στους φίλους μου και πρέπει να κάμω γρήγορα». «Καλά, κουμπάρε, θα σου το δώσω, μόνο που θα μου το πληρώσεις πρώτα όσο κάνει κι ύστερα χαλάλι σου”.
Λέει του ο Χάρος: “Κουμπάρε, ο Χάρος είμαι, μόνο δώσε το μου γλήγορα γιατί θα σου πάρω την ψυχή σου”. Είντα να κάμει ο κακομοίρης ο βοσκός, λέει: “Ε, Χάρε, θα σου το δώσω”. Ο Χάρος όμως του λέει: “Ε μα, έλα δα να μου το κουβαλήσεις κιόλας εις την σπηλιά μου, γιατί εγώ δεν το κουβαλώ”.
Παίρνει ο κακομοίρης ο βοσκός τ’ αρνί στον ώμο του και μια και δύο πάνε στη σπηλιά του Χάρου. Μόλις εμπήκανε μέσα, θωρεί ο βοσκός μια μεγάλη σπηλιά που ήτανε γεμάτη από καντήλια. Άλλα είχανε πολύ λάδι, άλλα λίγο, άλλα ήτανε σβηστά, θωρεί κι ένα που ήτανε μισόσβηστο.
Ρωτά τον Χάρο και του λέει: “Χάρε, είντα ναι τούτα τα καντήλια και γιάντα τούτο κοντεύει να σβήσει;” Λέει του ο Χάρος: “Ετούτα είναι καθένα η ζωή του κάθε ανθρώπου. Όποιο έχει πολύ λάδι, θα ζήσει πολύ κι ο άνθρωπος. Όποιο λίγο, θα ζήσει λίγο κι ο άνθρωπος. Τούτο να, είναι τ’ αδερφού σου, που κοντεύει να σβήσει”.
Λέει του ο βοσκός: “Χάρε μου, και τούτονε το γεμάτο τίνος είναι;” Και του ‘δείξε ένα γεμάτο καντήλι. Λέει: “Δικό σου”. “Ε!”, του λέει, “Χάρε μου, δεν παίρνεις λιγάκι από το δικό μου καντήλι να βάλεις του κακομοίρη τ’ αδελφού μου να μη σβήσει το δικόν του;”
“Όι”, του λέει ο Χάρος, “ούτε μπορώ να δώσω ούτε μπορώ να πάρω λάδι από κανένα καντήλι”. Τότες ο βοσκός παίρνει τ’ αρνί στον ώμο του και του λέει: “Γεια σου το λοιπόν, Χάρε”. “Ε, που πάες! Τ’ αρνί που το πάες; θα σου πάρω την ψυχή σου”, του λέει ο Χάρος. “Όϊ δα”, του λέει ο βοσκός, “φεύγω εγώ και με τ’ αρνί μου, μα εσύ δεν μπορείς να μου κάμεις πράμα. Έχε γεια”. Έτσι του ‘πε κι έφυγε κι ο Χάρος το φυσά και δεν εκρύωνε που την έπαθε.
(Καινά Αποκορώνου, Κρήτη)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.