Νότια Κρήτη

Ο Ζαριανός συγγραφέας υπέγραψε το νέο του βιβλίο, με κατιφέ στο αυτί…

Ο Ζαριανός συγγραφέας υπέγραψε το νέο του βιβλίο, με κατιφέ στο αυτί…

A-
A+
03/06/2022 | 11:42

Ο Ζαριανός συγγραφέας Μιχάλης Αλμπάτης το χει το κοινό του, αν κρίνουμε από τον κόσμο που έδωσε το παρών στην παρουσίαση του νέου του βιβλίου «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»- ένα μυθιστόρημα  από τις εκδόσεις νήσος που  (ας μην σας προκαταβάλει αρνητικά ο τίτλος) διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον και είναι ιδανικό να συντροφεύσει τις καλοκαιρινές μέρες σας!

Ο συγγραφέας υπογράφει το βιβλίο του

Η βιβλιοπαρουσίαση, που ήταν η πρώτη και θα ακολουθήσουν και άλλες, έγινε το βράδυ της τελευταίας Δευτέρας του Μαΐου, 30 του μήνα, στο Cafe Φυγόκεντρος, στην οδό Έβανς στο Ηράκλειο, με ζωντανή μουσική από τον Γιάννη Παξιμαδάκη.

Αρκετός κόσμος έδωσε το παρών

Το βιβλίο μας μεταφέρει στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σ’ ένα χωριό της κρητικής ενδοχώρας (ο Ζαρός «φωτογραφίζεται» αλλά δεν κατονομάζεται), όπου ένα νεαρό αγόρι ανακαλύπτει, στην κηδεία κάποιου συγγενή του, πως έχει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών.

«Με περίσσια μαεστρία»

Δίπλα στον συγγραφέα, στο «πάνελ» της βιβλιοπαρουσίασης, ήταν ο Ποιητής Γιάννης Χαιρέτης και η Εκδότρια Πόλα Καπόλα.

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ: Όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Χαιρέτης:

«Ο συγγραφέας με περίσσια μαεστρία μας οδηγεί σε μυστικά τοπία απόλυτης σιωπής, όπως είναι ο κόσμος των νεκρών, και μετά πάλι, με μια βαθιά ανάσα λύτρωσης, μας ξαναβγάζει πάνω, στα πολύβουα μέρη των ζωντανών.

Ο ΤΙΤΛΟΣ: «Ξεκινώντας ήδη από τον τίτλο του βιβλίου βλέπουμε πως το: “…Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους…” είναι μια φράση από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Μια προτροπή που αποτελεί συνάμα και γρίφος αφού είναι αδύνατον οι νεκροί, από μόνοι τους, να θάψουν τους εαυτούς τους».

Ο ΗΡΩΑΣ: «Ο Φανούρης, ο ήρωας του βιβλίου, δεν είναι κάποιος πολύπειρος άντρας που απολαμβάνει τα αγαθά που με τόσους κόπους συσσώρευσε, ούτε καν ένας άνθρωπος της δράσης, είναι, απλά, ένας νεαρός δεκαπεντάρης που δεν έχει καμιά φιλοδοξία πέρα απ’ αυτή που κάθε νεαρός της ηλικίας του ζητά για να ’χει: να τον ερωτευτεί μια κοπελιά. Και, στη συγκεκριμένη περίπτωση η κοπελιά αυτή, είναι η γειτονοπούλα του, η Ρινιώ. Κι εκεί, χαμένος σ’ αυτό τ’ άπιαστο όνειρό του, ο καιρός του περνούσε αργά και μονότονα».  

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ: «Ώσπου, κάποια μέρα που έπρεπε να παρευρεθεί σε μια κηδεία, και συγκεκριμένα, στου μπάρμπα του του Κρασογιώργη, όλα άλλαξαν γι’ αυτόν. Ξαφνικά, ως βρέθηκε δίπλα στο νεκρό, από το πουθενά, χωρίς ούτε ο ίδιος να καταλάβει το πως, ανακαλύπτει ότι κατέχει ένα χάρισμα, ένα μοναδικό προσόν: να μπορεί ν’ αφουγκράζεται τους νεκρούς (…)

Μόνο που οι ζωντανοί τα πιο πολλά που αφηγούνται οι νεκροί τους θα προτιμούσαν να μην τα λέγανε. Τους ενοχλούν οι αλήθειες τους. Και πιότερο τους ενοχλεί που, αυτές τις αλήθειες τις αναφέρουν μπροστά σ’ ένα κοινό, έτοιμο σε περιπαικτικά κουτσομπολιά κι επικρίσεις (…)».

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΓΕΛΑΝΕ: «Εγώ, προσωπικά, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο: “…Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους”, αποδέχτηκα ό,τι και οι νεκροί δεν διαφέρουν και πολύ από εμάς τους ζωντανούς. Αυτό, περισσότερο, το διαπίστωσα όταν περιδιαβάζοντας τις σελίδες του είδα ότι και οι νεκροί αρέσκονται στο να γελάνε. Ναι, εκεί, όταν διηγούνται τις εύθυμες παρέες τους και τις φάρσες που έκαναν, τότες που, και οι ίδιοι, όριζαν την κάθε τους κίνηση, τους βλέπουμε να βιώνουν τις χαρούμενες στιγμές τους και να τις απολαμβάνουν όπως κι όταν ήσαν ζωντανοί (…). Μάλιστα, αυτούς τους υπερβατικούς τους περιπάτους στο άπειρο του νεκρού κόσμου τους, δείχνουν να τους απολαμβάνουν μ’ ένα ιδιαίτερο σαρκαστικό;- σκωπτικό;- τρόπο που ακόμα κι εγώ, ο ζωντανός του σήμερα, τους ζηλεύω.

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ: «Αλλά, εδώ, και πάλι θα πω: πως ο [ήρωας του βιβλίου] Φανούρης λειτούργησε ως υποκατάστατο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας των ζωντανών, που δεν θένε να παραδεχτούνε πως οι δικοί τους νεκροί τελειώνουν μια κι έξω, όταν πλέον πάψουν να υπάρχουν δίπλα τους ως οντότητες και ως σύντροφοι.

Το βιβλίο αυτό, μοιάζει με όνειρο που δεν τελειώνει ποτέ, κι όπου, ο κάθε αναγνώστης, διαβάζοντας το, μπορεί να πετάξει ελεύθερα στους ανοιχτούς του ορίζοντες. Ν’ αφήσει κάπου -κάπου τους καθημερινούς του προβληματισμούς, ν’ αποτινάξει τα περιττά βάρη της ζωής και με οδηγό την φαντασία του να κινηθεί στον εσώτερο εαυτό του…».

Καλή λογοτεχνία

Όπως τόνισε η Εκδότρια Πόλα Καπόλα. «Ήτανε πολύ ωραία στην παρουσίαση του βιβλίου του Μιχάλη Αλμπάτη, «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» στο Ηράκλειο. Απόλαυσα την ομιλία του ποιητή Γιάννη Χαιρέτη (υπέροχος!) και χάρηκα όσο τίποτε άλλο τη συνομιλία με τον Μιχάλη Αλμπάτη και το πολυπληθές κοινό. Μαγικό πράγμα η καλή λογοτεχνία!».

Ο ίδιος ο συγγραφέας Μιχάλης Αλμπάτης (Αλμπατάκης- γεννημένος το 1973 στο Ζαρό, από τα 18 του χρόνια ζει στο Ηράκλειο) που υπέγραψε αντίτυπα του βιβλίου του, έχοντας ένα κλωνάρι κατιφέ στο αυτί του, ανέφερε: «Ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά στη Φυγόκεντρο, στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου μου “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους”. Πολλοί φίλοι, συγχωριανοί αλλά και άνθρωποι που δεν ήξερα και γνωριστήκαμε εκεί, με αφορμή το βιβλίο…».

Η Εκδότρια Πόλα Καπόλα, ο Ποιητής Γιάννης Χαιρέτης & ο Συγγραφέας Μιχάλης Αλμπάτης