Νότια Κρήτη

Όταν φωτογράφισα τον Θέμο & τον Μάκη στη μπανιέρα…

Όταν φωτογράφισα τον Θέμο & τον Μάκη στη μπανιέρα…

Η καταξιωμένη φωτογράφος από τους Βώρους Δήμου Φαιστού Ολυμπία Κρασαγάκη θυμάται.

A-
A+
01/02/2019 | 11:14

Ιανουάριος 2005, είμαι στο αυτοκίνητο, εγκλωβισμένη στην κίνηση. Το κινητό χτυπάει και μια ευγενική, γυναικεία φωνή ζητάει να με συνδέσει με τον κύριο Θέμο Αναστασιάδη.

Δεν τον γνώριζα, δεν είχα ποτέ μιλήσει μαζί του. «Γεια σας», ακούω από την άλλη γραμμή. Οφείλω να ομολογήσω ότι δυσκολεύτηκα να ξεκαθαρίσω τι μου έλεγε, το ίδιο πάθαινα και όταν τον παρακολουθούσα στην τηλεόραση. Θυμάμαι να προσπαθώ, με μεγάλη συγκέντρωση, να ξεκαθαρίσω μια λέξη του. «Θέλω μια φωτογράφιση… μία εφημερίδα… όλα εντάξει… τα λέμε το απόγευμα στο γραφείο…». Αυτές ήταν οι λέξεις που ξεχώρισα.

Κρατάω το τηλέφωνο και με μεγάλη απορία λέω δυνατά, μιλώντας μόνη μου:«Δεν κατάλαβα τίποτα».

Πριν προλάβω να πανικοβληθώ ακούω με μεγάλη μου χαρά την ευγενική, γυναικεία φωνή, η οποία μου δίνει την διεύθυνση για τη συνάντηση.

Την ίδια μέρα, αργότερα, φτάνω στο Μαρούσι, στο σημείο που είχε ορισθεί το ραντεβού. Σε έναν χώρο σχεδόν άδειο. Ο Θέμος βρίσκεται σε ένα γραφείο που έχει μόνο δυο καρέκλες και μια φωτογραφία του -που μοιάζει με τον Αλ Καπόνε.

Είναι απίστευτα ευγενικός και με ενθουσιασμό μου εξηγεί ότι θα βγει μια καινούρια εφημερίδα και θέλει να κάνουμε την φωτογράφιση για το λανσάρισμά της.

Λίγο καιρό μετά, στις 8 Φεβρουαρίου, βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, στην προεδρική σουίτα. Συγκεκριμένα, στο μπάνιο. Το κινηματογραφικό συνεργείο είναι σε πυρετώδεις προετοιμασίες για το διαφημιστικό βίντεο που θα γυριστεί.

Θυμάμαι να κυριαρχεί μια αλλόκοτη αγωνία, μια αναστάτωση, μια τρέλα μέχρι που εμφανίστηκε ο Θέμος με το μπουρνούζι. Μπαίνει μαζί με τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο μέσα στην μπανιέρα που ξεχείλιζε από σαπουνάδα και ροδοπέταλα. Ήταν από τις πιο γρήγορες και αστείες φωτογραφίσεις που έχω κάνει.

Όταν ο Θέμος σηκώνει το ποτήρι και μου λέει «στην υγειά σου», γλιστράω στη σαπουνάδα και πέφτω, φαρδιά πλατιά στα πλακάκια του πατώματος. Ξεσπάμε σε γέλια και αυτό ήταν το τελευταίο μου κλικ.

«Γούρι, γούρι» μου φωνάζει και ξεκαρδίζεται. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε λίγες μέρες αργότερα και εγώ δεν τον φωτογράφισα ποτέ ξανά. [Από το www. womantoc.gr]

Σημείωση της «Άποψης»: Η φωτογράφηση (αλλά και σχετικό διαφημιστικό βίντεο)  του Θέμου Αναστασιάδη που έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τρίτη στα 61 του χρόνια μετά από μια δύσκολη μάχη με τον καρκίνο, και του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου μέσα στη μπανιέρα για την προώθηση της  Κυριακάτικης εφημερίδας που εξέδωσαν οι ίδιοι το 2005 είχε αφήσει εποχή και είχε σχολιαστεί ποικιλοτρόπως- δεν στάθηκε ωστόσο «γουρλίδικη» για τις σχέσεις των δύο συνεκδοτών που πέρασε από 40 κύματα-καθώς ο  Μάκης Τριανταφυλλόπουλος αποχώρησε το 2008 από την εφημερίδα.

Η Μεσαρίτισσα φωτογράφος των “επωνύμων”

Η Ολυμπία Κρασαγάκη, γεννήθηκε στην Κρήτη, μεγάλωσε στην Γερμανία, αλλά ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη φωτογραφία στο Παρίσι. Κάλυπτε φωτογραφικά τα φεστιβάλ κινηματογράφου στην Βενετία και στις Κάννες. Εκεί της δόθηκε η ευκαιρία να φωτογραφίσει σε αποκλειστικότητα μεγάλα ονόματα του Χόλυγουντ. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1998, όπου συνεργάστηκε με διάφορα lifestyle περιοδικά, φωτογραφίζοντας όλα τα γνωστά ονόματα της εγχώριας  showbiz και όχι μόνο αφού εκείνην επέλεξε ως φωτογράφο του ακόμα και ο Κώστας Σημίτης, όταν ήταν πρωθυπουργός. Το πάθος της βέβαια είναι τα πορτρέτα: ένα πρόσωπο, μια πόλη, μια χώρα, ένα τοπίο, και μέσα από αυτά η πρόκληση να αναδεικνύει την όποια αδυναμία ή ευαισθησία. Έχει εκδώσει δύο λευκώματα – «Ίμβρος» (εκδόσεις Καστανιώτη) και «Η Ελλάδα Είναι Γυναίκα» (εκδόσεις Λιβάνη). Είναι μητέρα μιας κόρης που απέκτησε με τον Ιστορικό Ερευνητή Κωστή Μαμαλάκη.

Η Ολυμπιά στο χωριό της τους Βώρρους

Όπως έχει αναφέρει η ίδια «Είμαι από την Κρήτη, και το αγαπάω πάρα πολύ αυτό το νησί! Όλη μου η οικογένεια είμαστε από την Κρήτη, αλλά μεγάλωσα στη Γερμανία. Ένα μέρος που από μικρή ήξερα πως δε θα είναι ένα μέρος που θα μείνω μια ζωή. Δε θα ήθελα να γεράσω εκεί, το ξέρω… Από τη στιγμή που ένιωσα κι εγώ ότι μπορώ να ξεφύγω, αλλά κι από μία οικογένεια πολύ γλυκιά, αλλά πολύ αυστηρή, έκανα την επανάστασή μου. Έφυγα, πήγα στο Παρίσι. Μάλιστα άφησα τα πάντα. Τη σιγουριά της οικογένειας, τη σιγουριά μιας δουλειάς – ήμουν οδοντοτεχνίτης κι ήθελα να γίνω οδοντίατρος! – και πήγα στο Παρίσι για να ακολουθήσω την καλλιτεχνική ζωή ως βοηθός φωτογράφου σε στούντιο, σε φωτογράφους, διάφορες δουλειές…»