Νότια Κρήτη
Στο γεμάτο αναμνήσεις σπίτι του Κρομιδογιάννη στο Ζαρό!
«Δεν φοβάμαι τον θάνατο , συνήθισα την μοναξιά , δεν ξεπέρασα ποτέ το πρόωρο χαμό της γυναίκας μου» , ήταν το ρεζουμε της συζήτησης που κάναμε στο σπίτι του 85χρονου Γιάννη Ζαχαριουδάκη ή Κρομιδογιάννη πραγματοποιώντας μιά υπόσχεση που του είχαμε δώσει παλιότερα.
«Εχω το σπίτι γεμάτο φωτογραφίες ελάτε μιά μέρα να τις δείτε» , μας είπε κι εμείς άλλο που δεν θέλαμε να πάμε αλλά δεν βρίσκαμε την ευκαιρία. Χθες όμως Πέμπτη επιτέλους τα καταφέραμε.
Ο 85χρονος Κρομιδογιάννης παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει μας υποδέχτηκε όπως πάντα με χαρά , ξεχωριστή λεβεντιά και καλοσύνη.

Μόλις μπήκαμε μέσα βρεθήκαμε μπροστά από εκατοντάδες φωτογραφίες που κάλυπταν όλους τους τοίχους . Οικογενειακές , τα παιδιά του , η γυναίκα , συγγενείς του και διάφορες άλλες με φίλες και φίλους σε αμέτρητες παρέες και σε παλιές ανέμελες και δοξασμένες στιγμές.

Όση ώρα βλέπαμε τις φωτογραφίες ο Κρομιδογιάννης , αν και από το κρεβάτι , δεν σταμάτησε να μας κατευθύνει «Να εκεί έχω το μπουκάλι με τη ρακί , κατέβασε το να βάλετε μιά να πιείτε …» μας έλεγε . Την πρώτη φωτογραφία που σχολιάσαμε ήταν αυτή με τη γυναίκα του τη Πελαγία , ξέρουμε ότι ήταν αγαπημένο ζευγάρι και του στοίχησε πολύ ο πρόωρος χαμός της .












«Ήταν από τα λίγα πράγματα που δεν μπόρεσα να ξεπεράσω ποτέ μας είπε , έφυγε μόλις 67 χρονών….είμαστε αγαπημένοι , κάναμε τρεις γιούς μαζί…» μας είπε . «Ο μεγάλος μου γιός είναι εδώ , ο μεσαίος ζει στα στα Χανιά και ο μικρός στην Αυστρία …εγώ τον ήθελα εδώ , είναι μπιστικός και μπορούσε να δουλέψει κι εδώ … μας είπε με παράπονο … αλλά παρόλ αυτά δεν σταμάτησε να δοξάζει το Θεό».

« Μιά σημαντική φωτογραφία είναι εκεί» μας είπε και μας έδειξε τη μάνα με τον πατέρα του κάτοικοι Μεσισκλίου , ερηπωμένο χωριό σήμερα , και αργότερα του Ζαρού. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μεσίσκλι μέχρι που έφυγα φαντάρος , εκεί έζησα και την κατοχή. Θυμάμαι μάλιστα κι ένα περιστατικό με τους Γερμανούς που ήρθαν μιά μέρα και έζωσαν το χωριό. Ο αδελφός της μάνας μου ο Μανουσομανώλης ήταν αντάρτης και τον έψαχναν , ευτυχώς είχαν φύγει πέντε λεπτά νωρίτερα… αν τον εύρισκαν εκεί θα σκότωναν όλους μας»
Στο χωριό οι θύμισες ήταν έντονες: « Εγώ με κλεψιές δεν ανακατεύτηκα , παρόλο που μας έκλεβαν. Εμείς δεν καταλάβαμε πείνα , όχι μεγάλα πράγματα αλλά είχαμε το κήπο μας , τα ζώα μας, κουνέλια πρόβατα , κατσίκες , γουρούνες , κότες , κούβες , περνούσαμε καλά . Μέχρι που έφυγα φαντάρος ζούσα στο Μεσίσκλι, ύστερα παντρεύτηκα και έμεινα στο Ζαρό , ήταν τα καλύτερα μου χρόνια…Έκατσα σε ένα γύρο , κάναμε τα κοπελάκια μας κι ηρέμισα…κι εγώ όλο βόλτες έκανα…»
Εχω οκτώ εγγόνια και τρία δισέγγονα…μου άρεσε πολύ και χόρευω το Μαλεβιζιώτη , πότε πότε έπιανα και το μικρόφωνο και έλεγα μαντινάδες και ανέκδοτα , μου άρεσε η παρέα , μ αγαπούσε ο κόσμος, τον αγαπούσα κι εγώ…»
Φεύγοντας ο Γιάννης θέλησε να έρθει μαζί μας . «Δεν με πέρνετε κι εμένα μέχρι το καφενείο; Ευχαρίστως του είπαμε και φύγαμε…»