Νότια Κρήτη

“Τάρταλα”: Το καφενείο του Μιχάλη & της Ηλιάνας

“Τάρταλα”: Το καφενείο του Μιχάλη & της Ηλιάνας

Στη Λαμπινή, ένα παλιό, μικρό χωριό του Δήμου Αγίου Βασιλείου στο ορεινό Ρέθυμνο

A-
A+
28/08/2025 | 16:07

Στη Λαμπινή, ένα παλιό, μικρό χωριό του Δήμου Αγίου Βασιλείου στο ορεινό Ρέθυμνο, όπου τον χειμώνα δεν ξεπερνούν τους τριάντα οι μόνιμοι, ο σεφ Μιχάλης Χάσικος και η οινοποιός Ηλιάνα Μαλίχιν άναψαν ξανά τα φώτα ενός καφενείου. Το έκαμαν δικό τους και το ονόμασαν «Τάρταλα».
Ο Χάσικος εκπληρώνει μέρος του μεγάλου του ονείρου –να πουλήσει ό,τι έχει και να μείνει με ένα καφενείο σε κάποιο χωριό. Η Μαλίχιν έχει εκεί το σπίτι της, όπου μένει μόνιμα. Όλη μέρα στ’ αμπέλια, τώρα χάνει και τις νύχτες της, μα της αρέσει.
Το χωριό δεν είναι πέρασμα. Νοικοκυριό παντού, ασβεστωμένοι τοίχοι που «βλέπουν» στα σοκάκια, γιασεμιά, βουκαμβίλιες και βασιλικά στις γλάστρες, φύση στα καταπράσινα της, παρά το κατακαλόκαιρο. Φτάσαμε βραδάκι, την ώρα που ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά. Στον κεντρικό δρόμο σταματήσαμε να καλησπερίσουμε μια συντροφιά ηλικιωμένων και να ρωτήσουμε πού ακριβώς είναι το καφενείο (…)

Τάρταλα στην κρητική σημαίνει «πράγματα, αντικείμενα περιττά». Εδώ, όμως, όλα έχουν λόγο ύπαρξης. Στον χώρο λειτουργούσε από το 2000 το καφενείο του Κώστα Κελαϊδή και της μάνας του της κυρίας Μαρίας. Όταν εκείνοι το άφησαν, η Ηλιάνα Μαλίχιν, που κατάγεται από εκεί και έχει φτιάξει ακριβώς απέναντι το σπίτι της, το πήρε μαζί με τον Μιχάλη Χάσικο. Για τον Μιχάλη –με ρίζες στα χωριά του Αμαρίου και του Αγίου Βασιλείου και μακρινό συγγενή της Ηλιάνας– ήταν η τέλεια ευκαιρία.
Τον χώρο τον «έστησε» η Καλλιόπη, η μητέρα της Ηλιάνας, με μεράκι. Μάζεψε τάρταλα για τη διακόσμηση, στόλισε κάθε γωνιά. Τώρα, όπως λέει η ίδια, «σκουπίζω, καθαρίζω και κάνω λάντζα». Στην κουζίνα και ο αδελφός της, ο Νίκος.

Η «σάλα» στα Τάρταλα περιορίζεται στη μικρή αυλή, αλλά όλο και κάποιο τραπεζάκι μπαίνει μπροστά από το σπίτι της Μαλίχιν στο πλαϊνό δρομάκι. Πρώτος μας καλωσορίζει ο Σήφης, το μπιγκλ της Ηλιάνας, τριγύρω κι ο Μανώλης, ο άλλος της σκύλος, μα και ο Μιχάλης φέρνει συχνά και τον δικό του, τον Ταρτάρ. Στα Τάρταλα τα σκυλιά είναι μέρος της παρέας και είδαμε πολλούς επισκέπτες να κουβαλούν τα δικά τους.

Η αυλή είναι στρωμένη με λευκά μονοπάτια ανάμεσα σε τσιμεντένιο δάπεδο, δίνοντας μια αίσθηση νησιώτικης απλότητας. Η είσοδος του μαγαζιού σε καλωσορίζει με τη μεταλλική πινακίδα «Παραδοσιακό Καφενείο Τάρταλα, Χάσικος – Μαλίχιν», δύο παλιές λάμπες πετρελαίου κρεμασμένες στον τοίχο και ένα λέρι (κουδούνι) προβάτου. Τάρταλα παντού! Εκεί, στο κατώφλι, κάνουν τη δική τους παρέα πεπόνια και καρπούζια, μια παλιά νταμιτζάνα κρασιού και δυο μπουκάλια με τους οίνους που σερβίρει η Μαλίχιν από το κτήμα της.
Δίπλα, στον τοίχο κάτω από το παραθύρι, μεγάλα κοφίνια γεμάτα πατάτες, κολοκύθια, ντομάτες και φρεσκοκομμένη ρίγανη σε βάζουν κατευθείαν στο κλίμα της αγνής γεύσης που θα ακολουθήσει. Μια λευκή οθόνη κατεβαίνει κι ο μικρός προτζέκτορας ρίχνει με αγάπη ασπρόμαυρες εικόνες από παλιές ελληνικές ταινίες. Ο Βέγγος, η Βλαχοπούλου, ο Κωνσταντάρας γίνονται για λίγο θαμώνες του καφενείου. Γελούν και τρώνε παρέα με όσους κάθονται στα τραπέζια του. Όταν πέσει το βράδυ, η οθόνη ανεβαίνει και αρχίσουν να παίζουν οι ήχοι της Κρήτης, ο Ψαραντώνης, ο Χαρούλης, τα Στρατάκια. Λύρα, μαντινάδα και ψυχή (…)

Στα Τάρταλα φυσικά δεν υπάρχει μενού. Το φαγητό «γράφεται» κάθε απόγευμα με ό,τι έφερε ο κήπος, μικροί παραγωγοί της περιοχής, φίλοι κτηνοτρόφοι, μέχρι και ψάρια αποφτάνουν κάποιες βραδιές, που ο Χάσικος τα κάνει με μπάμιες ή στήνει μια κακαβιά όνειρο. Στο καφενείο, άλλοτε ένα κοτέτσι δίνει φρέσκα αυγά, άλλοτε κάποιος φέρνει κουνέλια και αρνιά – ο Ανδρέας ο Γιακουμάκης από τους Αρμένους και άλλοι κτηνοτρόφοι. Καθημερινά καταφτάνουν ζαρζαβατικά και χόρτα: βρουβάσταχα, άγρια βλίτα, στίφνο από τις Μέλαμπες, γλιστρίδα και αμπελοφάσουλα από τους γύρω κήπους. «Όλα τα χόρτα κάνουν με το κρέας», λέει ο Μιχάλης και γελά και μετά τα παντρεύει με χοιρινό ή κοτόπουλο, ή τα αφήνει μόνα τους να μιλήσουν.
Τα πιοτά λίγα και εκλεκτά. Οι τσικουδιές της Μαλίχιν και δυο ετικέτες από τα κρασιά της. To Λευκός, Βιδιανό και Θραψαθήρι, και το Ροζέ από 100% Λιάτικο. Η χανιώτικη μπίρα Χάρμα έχει δική της γωνιά στα Τάρταλα, με τα βαρελάκια της.
Εκείνο το βράδυ προσγειώθηκαν πρώτα οι παγωμένες τσικουδιές της Μαλίχιν. Από Λιάτικα σταφύλια τις φτιάχνει και τις εμφιαλώνει μάλιστα με το όνομα «Ομάδι». Πλάι τους, γραβιέρα και τυροζούλι που είχε φτιάξει ο Γιακουμάκης και ντομάτες κόκκινες, κομμένες χοντρά, και αγγούρια που κριτσανίζουν. Όλα υπαίθρια, μεγαλωμένα με ήλιο και μεράκι.
«Τηγάνισε καλιτσουνάκια για την παρέα», φώναξε ο Χάσικος στον Νίκο. Την ίδια στιγμή έμπαινε ο αρραβωνιαστικός της Ηλιάνας από τις Μέλαμπες με φρέσκα αυγά στο ένα χέρι και εργαλεία στο άλλο. Οι εργασίες στο καφενείο δεν έχουν τελειώσει ακόμα. Μόλις είχε φτάσει και το μεγάλο ψυγείο-βιτρίνα, έτοιμο να γεμίσει καλούδια.

Ήρθαν και χορτοπιτάκια καυτά με χόρτα του βουνού, ζυμωτό ψωμί από ξυλόφουρνο στις Μέλαμπες και παξιμάδι «αδυνατό» που λέμε και στην Κρήτη, ίσα – ίσα βρεγμένο. Η χωριάτικη μύριζε αληθινό καλοκαίρι. Ντομάτα, αγγούρι, γλιστρίδα και φέτα. Ο Βασίλης με τον Κωστή πήγαν να σερβιριστούν στα πιάτα, αλλά ο Μιχάλης τους έκοψε: «Από τη μέση τρώμε τη σαλάτα – ήντα στε, τουρίστες;»
Η κυρία Μαρία, η παλιά καφετζού, φτιάχνει κάθε μέρα ντολμαδάκια από τρυφερά αμπελόφυλλα και κολοκυθανθούς. Και τα πιταράκια η ίδια τα κάνει. Τα δοκιμάζαμε και χάνονταν στο στόμα. Στο τραπέζι έφτασαν μετά τηγανητές πατάτες, όπως τις θυμάσαι από το χωριό. Φρέσκες, κίτρινες, μυρωδάτες, που δεν χρειάζονται καμία ιστορία για να σε πείσουν. Γευτήκαμε και μια αλοιφή καπνιστής μελιτζάνας σκοτεινή και βελούδινη.
Κάποια στιγμή, εμφανίζονται τηγανητά αρνίσια παϊδάκια. Αχνίζουν ακόμα, με το κρέας να γυαλίζει και το τηγάνι να ‘χει αφήσει το αποτύπωμά του. Μπήκαν στο στόμα και ξύπνησαν μέσα μας κραυγές ευδαιμονίας. Όταν πήγαν να μαζέψουν το πιάτο, η Μαρίνα είπε –χωρίς να το πολυσκεφτεί– πως αν δεν ντρεπόταν, θα ‘βρεχε ψωμί στο λάδι μέχρι να μην έχει μείνει σταγόνα. Ο Χάσικος χαμογέλασε και μας είπε πως καφενείο σημαίνει τηγάνι και πως σχάρα βάζει μόνο για τα καλαμάκια, «τσίτες όπως τα λέμε στο χωριό μου».
Και μετά, το πιάτο της βραδιάς. Σφουγγάτο με κολοκύθια, αφρός. Απαλό, χρυσαφένιο, να στέκεται στο πιρούνι σαν σύννεφο. Ακολούθησε χοιρινό με ξενικά κολοκύθια. Αυτό το πιάτο έβγαζε μια γλυκάδα που στην πρώτη μπουκιά μάς έκανε να σταματήσουμε όλοι. Η γεύση προηγήθηκε της κουβέντας και πήγε κατευθείαν στον νου. Μνήμη παιδική. Η ολοστρόγγυλη σφακιανή πίτα με ντόπιο μέλι, ήρθε στο τέλος να μας απογλυκάνει.
Μια τελευταία τσικουδιά για το δρόμο και η παρέα λογάριαζε ήδη πότε θα ξαναρθούμε…

Πηγή: Γαστρονόμος/Βίκη Βαμιεδάκη, Φωτό: Έφη Παρούτσα