Νότια Κρήτη
Το βιβλίο του συγγραφέα από το Ζαρό εκδίδεται στα βουλγαρικά!
Του Στέλιου Ζωγραφάκη
Το βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη (Αλμπατάκη) από το Ζαρό Δήμου Φαιστού “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους” -το οποίο αξίζει να διαβάσετε κι εσείς, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, γιατί είναι απλά εξαιρετικό- θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα και στην Βουλγαρία!
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας “Είναι η πρώτη γλώσσα στην οποία μεταφράζεται, ξεκινώντας το ταξίδι του στον κόσμο! Πολλά ευχαριστώ στην μεταφράστριά μου Irena Alexieva και στην εκδότρια Nevena Dishlieva-Krysteva”.
Σύμφωνα με την υπόθεση του βιβλίου, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ” Νήσος”, Αρχές της δεκαετίας του 1950, σ’ ένα χωριό της Κρητικής ενδοχώρας, ένα νεαρό αγόρι ανακαλύπτει, στην κηδεία κάποιου συγγενή του, πως έχει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Μην σας…τρομάζει η περίληψη, το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη χαρά της ζωής!
Όπως έχει αναφέρει για τον εαυτό του ο Μ.Αλμπάτης στη lifo:
«Γεννήθηκα το 1973, στο Ζαρό, στους νότιους πρόποδες του Ψηλορείτη, ένα χωριό ημιορεινό, αρκετά μεγάλο σε πληθυσμό αλλά και αρκετά απομονωμένο…Ο πατέρας μου ήταν ο κουρέας του χωριού, ο μοναδικός από μια εποχή και μετά, κι ίσως αυτό εξηγεί, με φροϋδικούς όρους, το γιατί εγώ υπήρξα ένας απ’ τους πρώτους μακρυμάλληδες της περιοχής. Η μητέρα νοικοκυρά, τρία παιδιά, εγώ το μεσαίο, είχαμε τον κήπο μας, όπως όλοι, κότες, κουνέλια, κατσίκες που αναλαμβάναμε εμείς τα παιδιά να πηγαίνουμε στο χωράφι για βοσκή, και, ως τα δώδεκα-δεκατρία μου, είχα ένα γαϊδούρι για μεταφορικό μέσο.
Δεν είχαμε αυτοκίνητο στην οικογένεια- Στο Ηράκλειο, ή Χώρα, όπως αποκαλούν ακόμα την πόλη στα χωριά, πηγαίναμε μ’ ένα ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο (…) Δεν πηγαίναμε συχνά ωστόσο, μια φορά τον χρόνο ή δύο, συνήθως για λόγους υγείας, σπανιότερα για ψώνια ή για να επισκεφθούμε κάποιον συγγενή.

Η παιδική ηλικία στο χωριό ήταν αρκετά χαρούμενη, οι γονείς δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα μαζί μας· πέρα απ’ τον καταναγκασμό του σχολείου ήμασταν αρκετά ελεύθεροι, παίζαμε στις γειτονιές, γυρνάγαμε στα χωράφια, δεν είχαμε φροντιστήρια ούτε “εξωσχολικές δραστηριότητες”. Η εφηβεία ωστόσο ήταν φρικτή, δεν υπήρχε τίποτα να κάνεις, πουθενά να πας. Ασφυξία και πλήξη».