Πολιτισμός
Το νέο βιβλίου του Ζαριανού Μιχάλη Αλμπάτη
Ο μικρός Φανούρης…
μιλάει με τους νεκρούς

Στη Κρήτη του 50, ένα μικρό αγόρι ανακαλύπτει σε μια κηδεία, ότι έχει ένα χάρισμα: Μπορεί να ακούει τις σκέψεις των νεκρών και με τη σειρά του να τις επικοινωνεί στους ζωντανούς…

Ένα νέο -πολλά υποσχόμενο- βιβλίο, με τίτλο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους», από τον Ζαριανό συγγραφέα ΜιχάληΑλμπάτη (όπως υπογράφει τα βιβλία του) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «νήσος»: Μέσα από τις 470 σελίδες του βιβλίου, ξεδιπλώνεται η ιστορία με το «χαρισματικό» παιδί στην κρητική ενδοχώρα, το οποίο εκμεταλλεύεται ο τυχοδιώκτης θείος του, περιφέροντας το σε κηδείες, με σκοπό το κέρδος.
Οι ιστορίες: Από χωριό σε χωριό κι από κηδεία σε κηδεία, κάθε νεκρός διηγείται την δική του ιστορία, φανερώνει τα δικά του μυστικά και δίνει τις δικές του απαντήσεις στον γρίφο της ύπαρξης. Μόνο
που οι νεκροί λένε πάντα την αλήθεια, και οι ζωντανοί δεν θέλουνε αλήθειες να ακούσουν. Μέσα από τις σκέψεις των νεκρών που μας εξιστορεί ο μικρός Φανούρης, αφενός ανακαλύπτουμε τα μύχια συναισθήματα που κρύβονται στο έρεβος της ανθρώπινης ψυχής, αφετέρου εντοπίζουμε τους μοχλούς κοινωνικής πίεσης που ωθούν τους ανθρώπους να κρύβουν την αλήθεια τους. Χιούμορ, πίκρα, σκληρός ρεαλισμός και παραμύθι μαζί, ταξίδι στην όμορφη ενδοχώρα της Κρήτης…
Ο συγγραφέας: Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε το 1973 στον Ζαρό, στους νότιους πρόποδες του Ψηλορείτη. Ζει στο Ηράκλειο. Στην πόλη του Ηρακλείου μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στα βιβλιοπωλεία: «Αναλόγιο» (δίπλα στο ταχυδρομείο της πλατείας Δασκαλογιάννη) και «Πολύγραφος» (στη Χάνδακος).
Απόσπασμα: «Η επόμενη ήταν Κυριακή και, όπως έκαναν πάντα, είχαν κινήσει πρωί πρωί με τη μητέρα του και την αδερφή του για την εκκλησία. Φυσικά, τα χθεσινά γεγονότα στην κηδεία της γρια-Ξώφαινας είχαν διαδοθεί από στόμα σε στόμα και αποτελούσαν το κύριο θέμα συζήτησης σ’ ολόκληρο το χωριό. Στον δρόμο για τον Αϊ-Γιώργη, αλλά και μέσα στην εκκλησία, όταν άναψε το κερί κι έπειτα που στάθηκε μπροστά απ’ το ιερό μαζί με τους άλλους άντρες, τα βλέμματα όλων στρέφονταν επάνω του δίχως ίχνος κοροϊδίας πια, αλλά φορτισμένα με ανησυχία, δέος ή φόβο ενώ τα χείλη τους ψιθύριζαν την ώρα που από μπροστά τους περνούσε: “Μιλάει με τους νεκρούς! Ακούει τους πεθαμένους!”»